πρωτόπεφτα

πρωτόπεφτα
τα, Ν
οι τρεις Πέμπτες μετά το Πάσχα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο)-* + Πέφτη / Πέμπτη].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”